μαλακός

μαλακός, ή, όν мягкий; размягченный, изнеженный

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "μαλακός" в других словарях:

  • μαλακός, -ή — και ιά, ό 1. αυτός που μαλάσσεται εύκολα, ο απαλός στην αφή, ο τρυφερός: Το δέρμα της ήταν μαλακό σαν μωρού. 2. μτφ., ήπιος, πράος, συγκαταβατικός: Είναι μαλακός και τον κάνουν όλοι ό,τι θέλουν. 3. στον πληθ., τα μαλακά περιοχή του σώματος στο… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Μαλακός — soft masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μαλακός — (4ος αι. π.Χ.). Ιστορικός ο οποίος, σύμφωνα με τον Αθήναιο, έγραψε το έργο Σιφνίων Ώροι, την ιστορία δηλαδή της Σίφνου, το οποίο δεν διασώθηκε. * * * ή, ό, θηλ. και ιά (AM μαλακός, ή, όν) 1. απαλός στην αφή, αυτός που υποχωρεί σε πίεση, σε… …   Dictionary of Greek

  • μαλακός — [малакос] εκ. мягкий, кроткий …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • μαλακά — μαλακός soft neut nom/voc/acc pl μαλακά̱ , μαλακός soft fem nom/voc/acc dual μαλακά̱ , μαλακός soft fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μαλακώτερον — μαλακός soft adverbial comp μαλακός soft masc acc comp sg μαλακός soft neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μαλακωτάτων — μαλακός soft fem gen superl pl μαλακός soft masc/neut gen superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μαλακωτέραις — μαλακός soft fem dat comp pl μαλακωτέρᾱͅς , μαλακός soft fem dat comp pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μαλακωτέρων — μαλακός soft fem gen comp pl μαλακός soft masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μαλακῶν — μαλακός soft fem gen pl μαλακός soft masc/neut gen pl μαλακόω pres part act masc voc sg (doric aeolic) μαλακόω pres part act neut nom/voc/acc sg (doric aeolic) μαλακόω pres part act masc nom sg μαλακόω pres inf act (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μαλακόν — μαλακός soft masc acc sg μαλακός soft neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.